06 Μαρ, 2010

Η πιο πικρή αλήθεια της Παιδείας

Η πιο πικρή αλήθεια της Παιδείας

Την Ανώτατη Παιδεία μας χαρακτηρίζουν πολλές και πικρές αλήθειες.

Είναι το δύσκαμπτο νομικό πλαίσιο που διέπει τη λειτουργία της· το ότι επίσης δεν υπάρχει αξιολόγηση -ούτε καν έγκυρη καταγραφή!- των επιτευγμάτων ή των αδυναμιών της· είναι, ακόμα, ότι το σύστημα των εισαγωγικών εξετάσεων δεν επιλέγει πάντα τους καλύτερους, μήτε ανταποκρίνεται στις πραγματικές επιθυμίες των φοιτητών. Η πολιτική ανευθυνότητα διέσπειρε άλλωστε σε όλη την Ελλάδα τμήματα πανεπιστημιακά χωρίς υποδομή, χωρίς μέλλον.

Δεν είναι λοιπόν παράδοξο ότι μετά από όλα αυτά και πολλά άλλα, η Ανώτατη Παιδεία μας έχει οδηγηθεί σε μια βαθύτατη κρίση. Με τη σημερινή του ωστόσο ηγεσία και το επιτελείο συνεργατών, που διαθέτει το υπουργείο Παιδείας, υπάρχουν βάσιμες ελπίδες ότι οι προοπτικές της Παιδείας μας θα βελτιωθούν. Αρκεί να περιοριστεί ο ατέρμων διάλογος και να κυριαρχήσουν οι πράξεις.

Υπάρχει ωστόσο μια αλήθεια της Παιδείας -η πιο πικρή αλήθεια της- που δύσκολα αντιμετωπίζεται, που δεν είναι μόνον θέμα νομοσχεδίων και διαταγμάτων. Είναι η αντιδραστική νοοτροπία, η καταστρεπτική για τα πανεπιστήμια, που έχει κυριαρχήσει στο φοιτητικό δυναμικό της.

Θα αρχίσουμε από μια αντικειμενική διαπίστωση. Ότι το Ελληνικό Πανεπιστήμιο είναι το πιο «δημοκρατικό» που υπάρχει στον κόσμο. Διοικείται από συλλογικά σώματα, με κύριο όργανο των αποφάσεων τη Σύγκλητο. Εκεί εκπροσωπείται όλη η πανεπιστημιακή «κοινότητα», οι καθηγητές, το διοικητικό του προσωπικό, οι φοιτητές. Η εκπροσώπηση μάλιστα των φοιτητών υπερβαίνει κάθε λογικό ή πρακτικό όριο. Συνίσταται στο 50% -ναι, καλά διαβάζετε!- του συνόλου. Η Σύγκλητος είναι λοιπόν πολυπληθής και έχει καταστεί ένα όργανο δύσκαμπτο και χρονοβόρο.

Στο Ελληνικό Πανεπιστήμιο, που είναι το δημοκρατικότερο στον κόσμο, κανένα μέλος της ηγεσίας του δεν ορίζεται από την πολιτεία. Ούτε επιλέγεται από κάποιο ειδικό σώμα, όπως γίνεται σε άλλα φημισμένα πανεπιστήμια του κόσμου. Αντίθετα: η ηγεσία του Ελληνικού Πανεπιστημίου -ο πρύτανης, οι αντιπρυτάνεις, οι κοσμήτορες, οι πρόεδροι των Τμημάτων- εκλέγονται, και μάλιστα με τη συμμετοχή όλης της πανεπιστημιακής κοινότητας. Ας σημειωθεί ότι το βάρος της φοιτητικής ψήφου φθάνει στο 80% -ναι, καλά διαβάσατε!- του συνόλου των καθηγητών. Με απλά λόγια, η ψήφος ενός «εκπροσώπου» των φοιτητών έχει το ίδιο σχεδόν βάρος με εκείνην ενός καθηγητή!

Ο πρόσφατος μάλιστα νόμος περιέχει ένα μοναδικό εφεύρημα: ενώ σωστά εκχώρησε το δικαίωμα της ψήφου σε όλους τους φοιτητές -όχι μόνον στους «εκπροσώπους» τους- το βάρος της φοιτητικής ψήφου παρέμεινε το ίδιο. Εάν λοιπόν η προσέλευση των φοιτητών είναι πολύ χαμηλή, όπως έγινε στις μέχρι τώρα εκλογές, αυτοί οι λίγοι θα καθορίζουν και το αποτέλεσμα. Ανάμεσα σε άλλα τραγελαφικά, η καθιέρωση της καθολικής ψηφοφορίας έδειξε πάντως ότι λίγο ενδιαφέρει τους φοιτητές η «συνδιοίκηση» του Πανεπιστημίου.

Οι πρωτοποριακές αυτές αντιλήψεις, ως προς τον ρόλο των φοιτητών, θα έπρεπε να έχουν οδηγήσει σε ένα πανεπιστήμιο πολιτισμένο, ένα χώρο αλληλοσεβασμού και διαλόγου. Κοινή είναι άλλωστε η πεποίθηση ότι οι νέοι άνθρωποι εμφορούνται από ανιδιοτελή αισθήματα, και η ορμή της ηλικίας τους ανοίγει προοδευτικούς δρόμους στην ίδια την κοινωνία.

Στα ελληνικά ωστόσο πανεπιστήμια -κι εδώ είναι το παράδοξο και το πικρό- έχει συμβεί τελείως το αντίθετο. Ο κύριος λόγος είναι ότι οι φοιτητικές οργανώσεις ανακλούσαν από την αρχή τούς κομματικούς συσχετισμούς της χώρας. Έτσι, τα κόμματα εισέβαλαν με έμμεσο, αλλά ορμητικό τρόπο, στα ελληνικά πανεπιστήμια. Με τη φοιτητική εκπροσώπηση, μετέφεραν τους ανταγωνισμούς τους και στην πανεπιστημιακή ζωή. Η κολακεία άλλωστε της φοιτητικής ψήφου απετέλεσε «προαπαπαιτούμενο» για την εκλογή σε ένα πανεπιστημιακό αξίωμα. Ποικίλες «πελατειακές» σχέσεις άρχισαν να αναπτύσσονται, και δεν είναι περίεργο ότι στις τηλεοπτικές οθόνες εμφανίζονται συχνά «πρυτάνεις» χωρίς καμιά από τις αρετές, που υπονοεί το ύψιστο αυτό αξίωμα. Όχι ότι η εκλογική κρίση των καθηγητών δεν έχει τις δικές της αδυναμίες. Οι τελευταίοι, όμως, όντας διά βίου δεμένοι με το Πανεπιστήμιο, υφίστανται τουλάχιστον τις συνέπειες των επιλογών τους.

Πολύ γρήγορα, ωστόσο, η «θεσμική» συμμετοχή παραμερίστηκε από ομάδες φοιτητών με ριζοσπαστικά ή απλώς μηδενιστικά αιτήματα. Οι γενικές συνελεύσεις και οι καταλήψεις απετέλεσαν τους κυρίαρχους τρόπους εκφράσεως. Το θέατρο του παραλόγου προχωρούσε ήδη στη δεύτερη πράξη του: ενώ, δηλαδή, ένα μεγάλο μέρος της πανεπιστημιακής εξουσίας είχε θεσμικά εκχωρηθεί στους φοιτητές, στην πράξη οι διεκδικήσεις τους ακολουθούσαν άλλους δρόμους.

Την ακαδημαϊκή ζωή σφραγίζει ωστόσο και μια άλλη οδυνηρή αλήθεια. Οι φοιτητικές διεκδικήσεις, στη θεσμική ή τη δυναμική μορφή τους, έχουν συνήθως αντιδραστικό περιεχόμενο. Οι λέξεις αυτές περικλείουν πολλά και ποικίλα φαινόμενα, που έχουν ωστόσο μια κοινή συνιστώσα: ότι αντιστρατεύονται κάθε έννοια προόδου, ότι υπονομεύουν το δημόσιο Πανεπιστήμιο, ότι εκφράζουν τα χειρότερα σύνδρομα της ελληνικής μας απαιδευσίας. Δύσκολα πράγματι θα εντοπιστεί μια φοιτητική κινητοποίηση, ή έστω μια απλή ανακοίνωση, που να απαιτεί καλύτερη ποιότητα σπουδών, που να προασπίζεται τους δημοκρατικούς θεσμούς του Πανεπιστημίου. Κυριαρχούν τα αιτήματα για εξεταστικές «διευκολύνσεις» ή την «κατοχύρωση» δικαιωμάτων, ενώ ακόμα και σωστές αποφάσεις των πανεπιστημίων και της Πολιτείας, αντιμετωπίζονται με άρνηση. Τις αγωνιστικές αυτές επιδόσεις ενός ανύπαρκτου φοιτητικού «κινήματος» κολακεύουν οι πολιτικοί μας και ενθαρρύνουν τα Μέσα Ενημέρωσης.

Είναι ωστόσο χαρακτηριστικό ότι ακόμα και η κεντρική φοιτητική οργάνωση, η δοξασμένη ΕΦΕΕ, δεν κατάφερε όλα αυτά τα χρόνια να συγκροτηθεί σε σώμα. Οι δίκαιες άλλωστε αντιδράσεις που προκάλεσε στον φοιτητικό χώρο η ενδεχόμενη αναθεώρηση του άρθρου 16 του Συντάγματος, έμοιαζαν για «ένα πουκάμισο αδειανό, για μια Ελένη». Το δημόσιο Πανεπιστήμιο είχε προ πολλού υπονομευθεί, κυρίως με ευθύνη των υπερασπιστών του.

Ηχεί ίσως παράδοξο, αλλά δεν είναι: ενώ η «συνδιοίκηση» στα πανεπιστήμια άνοιξε τον ασκό του Αιόλου, δεν έδειξε ότι οι φοιτητές -όσοι τουλάχιστον εμφανίζονται ότι εκπροσωπούν το σύνολο- είναι φορείς νέων ιδεών, ούτε θεματοφύλακες μιας καλύτερης Παιδείας. Οι ανάγκες των νέων ανθρώπων φαίνεται ότι ακολουθούν μυστικές διαδρομές, και αλλού αναζητούν τις απαντήσεις στα πολλαπλά τους αδιέξοδα.

Η περίοδος, ωστόσο, που ζουν τώρα και καιρό τα ελληνικά πανεπιστήμια και παρακολουθεί έκπληκτη η κοινή γνώμη έχει ένα επιπρόσθετο χαρακτηριστικό: την κυριαρχία της βίας. Τα δημοκρατικά σώματα του Πανεπιστημίου -η Σύγκλητος, οι συνελεύσεις των Τμημάτων- ζουν σε ένα καθεστώς συνεχών εκβιασμών, ενώ συχνά διαλύονται από φοιτητικές ομάδες με αδιευκρίνιστη ταυτότητα ή ιδεολογία. Η έννοια του ασύλου χρησιμοποιείται για κάθε άλλο σκοπό, εκτός από εκείνον για το οποίον καθιερώθηκε. Κτίρια καταστρέφονται, εργαστήρια και εξοπλισμός βεβηλώνονται. Μια ανεξέλεγκτη βία απειλεί καθηγητές και πρυτάνεις, κυρίως, όταν προσπαθούν να αντισταθούν στον ολισθηρό αυτόν κατήφορο. Τα ελληνικά πανεπιστήμια βιώνουν τον δικό τους ιδιόμορφο Μεσαίωνα.

Ένα είναι βέβαιο. Ότι αν, με τα πρώτα σημάδια αυτής της παρακμής, υπήρχε καθολική αντίδραση από την πολιτεία, από τους καθηγητές, από την πλειοψηφία των φοιτητών, δεν θα φτάναμε εκεί. Υπήρξε, αντίθετα, αιδήμων σιωπή. Κυρίως από τα κόμματα, που προσπαθούσαν, ως συνήθως, να ψαρέψουν σε θολά νερά.

Δεν είναι λοιπόν περίεργο ότι το δράμα έφτασε κάποια στιγμή στην κορύφωσή του. Ο πρύτανης του Πανεπιστημίου Αθηνών, ο Χρήστος Κίττας -ένας άνθρωπος με μεγάλη προσφορά στην επιστήμη και την Παιδεία- κακοποιείται μέσα στο γραφείο του από θρασύδειλους «κουκουλοφόρους». Η επιστολή της παραίτησής του, που απευθύνεται προς τη Σύγκλητο, ξεχειλίζει ωστόσο από αγάπη προς τη νέα γενιά. Ενώ αιτιολογεί την παραίτησή του εξαιτίας «της ψυχικής του εκμηδένισης και της βιολογικής του αδυναμίας, που είναι τα αποτελέσματα των πολλών τραυματικών γεγονότων, τα οποία συνέβησαν τα τελευταία χρόνια στο χώρο της Παιδείας». Στη συνέχεια υπογραμμίζει: «Μια τέτοια απόφαση για έναν ακαδημαϊκό άνδρα που αφιέρωσε 38 χρόνια της ζωής του στην προσπάθεια βελτίωσης του Πανεπιστημίου μας, που αγωνίστηκε για μια καλύτερη Παιδεία, μια Παιδεία για όλους, μια Παιδεία που αποτελεί το μόνο ουσιαστικό όπλο για την αναστήλωση της δοκιμαζόμενης χώρας μας, είναι περισσότερο από επώδυνη».

Η επώδυνη αυτή απόφαση και η αιτιολογία της έπρεπε να συνεγείρει τις συνειδήσεις όλων μας, και να προκαλέσει σεισμό οριζόντιο και κάθετο στον πολιτικό και εκπαιδευτικό κόσμο. Οι αντιδράσεις όμως περιορίστηκαν σε μερικές αμήχανες δηλώσεις και σε άρθρα μεμονωμένων σχολιαστών.

Τι μπορεί να γίνει λοιπόν -ή, τι πρέπει να γίνει; Η απάντηση δεν είναι εύκολη. Οφείλει ωστόσο να απηχεί το αίτημα, που συνοψίζεται με καίριο τρόπο σε ένα κείμενο των καθηγητών της Νομικής Σχολής στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας:

«Ως εδώ η απαξίωση του Πανεπιστημίου, ο φόβος και η ψυχολογική βία, η καταστροφή της περιουσίας του Πανεπιστημίου, η καπηλεία των φοιτητικών αγώνων, η χρήση των θεσμών για ιδιοτελείς σκοπούς.

Έχουμε ένα όνειρο: να ξαναδούμε το Πανεπιστήμιο πυρήνα της ακαδημαϊκής ζωής, πυλώνα της κοινωνίας και του δημοκρατικού λόγου, πραγματικό άσυλο διακίνησης ιδεών. Να το ξαναδούμε εστία αβίαστης έκφρασης και επικοινωνίας φοιτητών, διδασκόντων και προσωπικού και τόπο σεβασμού της διαφορετικότητας».

Είναι ευνόητο ότι το αίτημα αυτό θα συνυπέγραφε και ένα μεγάλο μέρος του φοιτητικού κόσμου, αν δεν είχε επιβληθεί στην ακαδημαϊκή ζωή τους ένα επίπλαστο και διάτρητο εποικοδόμημα. Την αλήθεια αυτή μπορούν να βεβαιώσουν και όσοι -όπως ο υπογράφων- είχαν την τύχη να αγαπήσουν και να αγαπηθούν από τους φοιτητές τους. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι εκεί όπου οι συνθήκες είναι άλλες, στα πανεπιστήμια δηλαδή του εξωτερικού, οι Έλληνες φοιτητές προσαρμόζονται και συχνά μεγαλουργούν.

Η πραγματοποίηση του ονείρου δεν μπορεί βέβαια να ακολουθήσει τον συνήθη δρόμο των επιχρισμάτων. Η χώρα βιώνει ήδη, με τρόπο ταπεινωτικό και βίαιο, τον κατήφορο που την οδήγησαν η πολιτική δημαγωγία και η περιφρόνηση του μέλλοντος. Είναι λοιπόν ανάγκη αδήριτη να δει με άλλη ματιά και τα πανεπιστήμιά της. Απαιτούνται ριζικές ανατροπές, και στην ουσία νέα πανεπιστημιακά θεμέλια. Όπως όμως αποδείχθηκε στη διαδρομή της ιστορίας, ο ρόλος τους παραμένει αναντικατάστατος για την προκοπή και την περηφάνια ενός τόπου.

Το άρθρο δημοσιεύτηκε στην Ελευθεροτυπία

   

european parlament to potami

topTOP

×

Αυτή η σελίδα χρησιμοποιεί cookies για να διαχειριστεί τα στοιχεία χρήσης, στατιστικά πλοήγησης και άλλες λειτουργίες. Επισκεπτόμενοι τη σελίδα μας συμφωνείτε οτι μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε cookies.