12 Απρ, 2014

Επιστήμη και Τέχνη: Μια παράδοξη σχέση

Επιστήμη και Τέχνη: Μια παράδοξη σχέση

Σε μια πρώτη προσέγγιση, η λέξη Επιστήμη παραπέμπει συνήθως στη λογική, την αντικειμενική γνώση, τους αυστηρούς ορισμούς και τους νόμους. Η Τέχνη, από την άλλη πλευρά, συνδέεται με τη φαντασία ή τα συναισθήματα, την ελευθερία της έκφρασης και την ομορφιά. Επιστήμη και Τέχνη φαίνεται λοιπόν να ορίζουν δύο κόσμους με διαφορετικές συντεταγμένες, ασύμπτωτους και ξένους. Μήπως ωστόσο υπάρχουν υπόγειες ή και φανερές διασυνδέσεις, που απλώς παραμερίζονται από την παιδεία και τις προκαταλήψεις μας;

Σε αυτό το πλαίσιο, οι σκέψεις που ακολουθούν στηρίζονται σε μια θεμελιώδη πρόταση, που συνήθως διαφεύγει της προσοχής όσων ασχολούνται με τον πολιτισμό. H πρόταση αυτή είναι: Η επιστήμη αποτελεί συνιστώσα -και μάλιστα βασική συνιστώσα- του πολιτισμού μας. Συνεπώς, όσο εξακολουθούμε να μιλούμε για πολιτισμό, υπονοώντας απλώς τη λογοτεχνία, τα έργα τέχνης ή τη μουσική, αφαιρούμε ένα μεγάλο μέρος από τη δυναμική του. H θεωρία της σχετικότητας, για παράδειγμα, έχει μια σπάνια αισθητική, και ανοίγει στον άνθρωπο διαστάσεις, ακριβώς όπως ένα σπουδαίο έργο τέχνης. Για τους ίδιους λόγους η ανακάλυψη της πενικιλίνης ή της ελικοειδούς δομής στα μόρια της κληρονομικότητας είναι πολιτισμικά γεγονότα, με οποιονδήποτε ορισμό του όρου.

Το ότι η πολιτιστική διάσταση της επιστήμης δεν έχει με επάρκεια εκτιμηθεί από τους ανθρώπους της κουλτούρας, οφείλεται αφ' ενός μεν στην περιχαράκωση της κουλτούρας αυτής, αφετέρου στην αδυναμία των ανθρώπων της επιστήμης να επικοινωνήσουν. Στο κλασσικό βιβλίο του «Οι δύο κουλτούρες», που διερευνά αυτό το χάσμα, ο φυσικός και μυθιστοριογράφος C.P.Snow παρατηρεί δηκτικά ότι οι άνθρωποι της διανόησης κοροϊδεύουν έναν επιστήμονα, αν αγνοεί τον Σαίξπηρ. Εκείνοι όμως αγνοούν συνήθως το δεύτερο νόμο της θερμοδυναμικής, που έχει ισοδύναμη αξία. «O κόσμος που αποκαλύπτει η Επιστήμη», διαμαρτύρεται ο R.Feynman «είναι πιο αξιοθαύμαστος από ό,τι φαντάστηκαν ποτέ οι καλλιτέχνες. Γιατί λοιπόν δεν μιλούν γι' αυτόν οι ποιητές;»

Ας σημειωθεί ότι ο Feynman υπήρξε σπουδαίος φυσικός αλλά και λάτρης της ζωής, μοναδικός δάσκαλος αλλά και σαρκαστής της εξουσίας. Είχα την τύχη να τον γνωρίσω από κοντά, και στα βιβλία μου τον χαρακτήρισα ως «χορογράφο του φωτός». Διότι επέτυχε να περιγράψει τις αλληλοεπιδράσεις του φωτός με την ύλη με τα περίφημα διαγράμματα του, που στον αμύητο θυμίζουν κομψά ιδεογράμματα.

Τέλος ο Άρθρουρ Kαίσλερ, που έγραψε σπουδαίες σελίδες για τον ισπανικό εμφύλιο πόλεμο αλλά και για την σύγχρονη επιστήμη, τονίζει: «O χώρος, όπως τον εννοεί ο Αϊνστάιν, δεν βρίσκεται πιο κοντά στην πραγματικότητα από τον ουρανό του Bαν Γκονγκ. Το μεγαλείο της επιστήμης έγκειται, όχι σε μια αλήθεια πιο απόλυτη από την αλήθεια του Μπαχ ή του Τολστόι, αλλά σε αυτήν καθ' εαυτήν την πράξη της δημιουργίας της.»

Η επιστήμη είναι πράγματι στον πυρήνα της μια διαδικασία δημιουργίας. Το γεγονός αυτό υποδεικνύει ότι το χάσμα που την χωρίζει από τις άλλες εκφράσεις του ανθρώπινου πολιτισμού είναι εν πολλοίς τεχνητό.

Τα τελευταία ωστόσο χρόνια υπάρχουν κάποιες ενδείξεις ότι το χάσμα αυτό αρχίζει ίσως να γεφυρώνεται. Έτσι, τα βιβλία εκλαϊκευμένης επιστήμης -ένας αδόκιμος όρος!- έχουν μια πραγματική άνθιση, τα περιοδικά και οι εφημερίδες φιλοξενούν ένθετα και άρθρα για την επιστήμη, επιστημονικές εκπομπές διαπερνούν κάπου-κάπου την τηλεοπτική ευτέλεια που κυριαρχεί. Ενώ αξιόλογα μυθιστορήματα –και εδώ δεν λείπουν και οι Έλληνες συγγραφείς– εμπνέονται από την ιστορία ή τα μυστήρια της επιστήμης. Δύο σπουδαίες τέλος μορφές τέχνης, το θέατρο και ο κινηματογράφος, έχουν πρόσφατα περιλάβει στη δραματουργία τους τις επιστημονικές μορφές του Χάιζενμπεργκ και του Γκέντελ, του Φέυνμαν ή του Νάις.

Δεν έχομε άλλωστε χρείαν άλλων μαρτύρων. Νομίζω ότι η δεκαετής –και επιτυχημένη!- προσπάθεια του Αλέκου Λαγγούση και των συνεργατών του, αυτό το πολύτιμο περιεχόμενο είχε. Να συνδεθεί, δηλαδή, μια ευαίσθητη ειδικότητα της ιατρικής επιστήμης, η Παιδιατρική, με τις ποικίλες μορφές Λόγου και Τέχνης.

Σε μια παράλληλη πορεία, ο ομιλών σήμερα, καθηγητής της φυσικής κατά το πτυχίο του, είδε τα βιβλία του –περισσότερο νομίζω, από ό,τι άξιζαν- να εμπνέουν σκηνοθέτες και ποιητές, μουσικούς και καλλιτέχνες. Όπως για παράδειγμα, σε ένα βίντεο, που συνδυάζει την μουσική του Οδυσσέα Γραμματικάκη με την καλλιτεχνική ματιά της Λίλας Σωτηρίου, και στηρίζεται σε ένα ποίημα από την Κόμη της Βερενίκης.

Όσο όμως και αν υπάρχουν κάποια δείγματα συγκλίσεως, ο δρόμος είναι ακόμα μακρύς και ανηφορικός. Η κάθε έκφραση  του πολιτισμού έχει την δική της ταυτότητα και η συνομιλία της με την επιστήμη έχει συχνά την μορφή ψιθύρων.

Οι παράγραφοι που ακολουθούν προσπαθούν, με τρόπο υπαινικτικό, να ενισχύσουν αυτούς τους ψιθύρους.

Παράγραφος πρώτη: O χαρακτήρας της επιστήμης

Το σπουδαιότερο χαρακτηριστικό της σύγχρονης επιστήμης δεν είναι ο παρεξηγημένος θετικισμός της. Ούτε η πληθώρα των εφαρμογών της, για το καλό ή το κακό. Το σπουδαιότερο ίσως χαρακτηριστικό της, που αποκαλύπτει και την βαθύτερη της σχέση με την Τέχνη, είναι η αποκάλυψη ενός κόσμου πέραν από το αισθητό και την εμπειρία. Ενός κόσμου θαυμαστού, απροσδόκητου, με εσωτερικούς δεσμούς και συνοχή. Ο Τζάκομπ Μπρονόσκι, μαθηματικός και βιολόγος, αλλά επίσης ποιητής και δοκιμιογράφος, επισημαίνει:  «Ο άνθρωπος είναι μοναδικός, όχι μόνον επειδή παράγει επιστήμη, ούτε απλώς επειδή δημιουργεί τέχνη, αλλά διότι τόσο η επιστήμη όσο και η τέχνη αποτελούν εκφράσεις της θαυμάσιας ευελιξίας του μυαλού του.»

Ενώ όμως με αυτήν την έννοια ο κόσμος της επιστήμης, προσεγγίζει συχνά την Τέχνη, εμφανίζει επίσης και ουσιώδεις διαφορές. Η Τέχνη λειτουργεί με αιχμές –που μπορεί να ανήκουν στο παρελθόν ή το παρόν– και εκφράζει τα ανθρώπινα· το σπαραγμό και το μεγαλείο τους. Η επιστήμη, αντίθετα, επιφανειακά αδιαφορεί για τα ανθρώπινα. Το οικοδόμημα που κτίζει έχει λογική και συνέχεια, ενώ ελάχιστες από τις γνώσεις του παρελθόντος επιβιώνουν στο παρόν.

Είναι ωστόσο αξιοσημείωτο ότι οι δημιουργοί της επιστημονικής γνώσης έχουν, απέναντι στην επιστήμη, την σχέση που έχει ο γλύπτης με τα γλυπτά του ή ένας ποιητής με την ποίηση. Σχέση βασανιστική, αγάπης και εντάσεως. «Όσοι έχουν μυηθεί στα μαθηματικά» σημειώνει ο Γάλλος μαθηματικός Henri Poincare, «βρίσκουν σ΄ αυτά απολαύσεις ανάλογες με εκείνες που προσφέρουν η ζωγραφική και η μουσική. Θαυμάζουν τη λεπτεπίλεπτη αρμονία των αριθμών και των μορφών· καταπλήσσονται όταν μια νέα ανακάλυψη τούς ανοίγει κάποια απρόσμενη προοπτική. Μήπως η χαρά που αισθάνονται δεν έχει και η ίδια αισθητικό χαρακτήρα, παρότι οι αισθήσεις δεν συμμετέχουν καθόλου σε αυτήν; Είναι βέβαια αλήθεια ότι μόνον λίγοι προνομιούχοι καλούνται να τη γευθούν πλήρως. Το ίδιο όμως δεν συμβαίνει και στις πιο ευγενείς τέχνες;»

Το ότι πράγματι την ομορφιά της Τέχνης ή της Επιστήμης γεύονται λίγοι μόνον προνομιούχοι, αποτελεί ένα πρόβλημα· αλλά και διάψευση της ουτοπίας, που τις ήθελε κτήμα των λαϊκών μαζών. Ως προς αυτό αλλά και άλλα σημαντικά, ιδιαιτερότητα εμφανίζει η επιστήμη της Ιατρικής. Διότι θεωρητικά -στην καθημερινότητα ισχύει συχνά το αντίθετο- δεν καλείται απλώς να ικανοποιήσει την ανάγκη κάποιων προνομιούχων. Αντίθετα, το χρέος είναι να απευθύνεται σε όλους, χωρίς διακρίσεις. Ένα  σπουδαίο χαρακτηριστικό της είναι άλλωστε ότι η Ιατρική αντλεί σήμερα από όλες τις επιστήμες: την βιολογία και την χημεία, την φυσική η τους υπολογιστές. Η λειτουργία της στην πράξη  κινείται λοιπόν ανάμεσα στην επιστήμη, την εμπειρία και την τεχνική. Αυτό συνιστά την δυσκολία, αλλά και το εν δυνάμει μεγαλείο της.  Στις καλές λοιπόν στιγμές της, η Ιατρική αποτελεί μια αξιοθαύμαστη σύνθεση που, όπως ένας πίνακας του Ντα Βίντσι, προϋποθέτει χρόνια παρατηρήσεων και γνώσεως. Στην εμπορευματική ωστόσο μορφή της, μοιάζει με τα κακέκτυπα των έργων τέχνης, που αγοράζει κανείς σε πολυκαταστήματα. Καθώς είναι πάντως η μόνη από τις επιστήμες, που απευθύνεται αποκλειστικά στον άνθρωπο, η Ιατρική μήτε λάθη συγχωρεί μήτε παραλείψεις. Εκεί είναι η διαφορά αλλά και η υπεροχή της απέναντι στις άλλες επιστήμες.

Παράγραφος δεύτερη: Η αναζήτηση του ωραίου στην επιστήμη

Στην Τέχνη η αναζήτηση του ωραίου δεν φαίνεται να έχει σταθερά κριτήρια· ό,τι σήμερα θαμπώνει και κυριαρχεί, αύριο μπορεί να βυθισθεί στην λήθη. Είναι μάλιστα χαρακτηριστικό ότι οι απόψεις για το ωραίο συγκρούονται όχι μόνον σε διαφορετικές περιόδους, αλλά και στο πλαίσιο της ίδιας εποχής ή και του ίδιου πολιτισμού. «Μπορούμε να αναλογιστούμε» σημειώνει ο Ουμπέρτο Έκο στην Ιστορία της Ομορφιάς, «την κατάπληξη ενός Αρειανού της προσεχούς χιλιετίας, που θα ανακάλυπτε ξαφνικά ένα πίνακα του Πικάσο και από την άλλη την περιγραφή μιας ωραίας γυναίκας σε ένα ερωτικό μυθιστόρημα της ίδιας εποχής. Δεν θα καταλάβαινε τι κοινό έχουν οι δύο αντιλήψεις περί Ομορφιάς». Η καταξίωση ενός δημιουργήματος της τέχνης αφήνεται λοιπόν στον χρόνο, και μια ποιητική σύνθεση ή ένα γλυπτό κρίνονται μόνο με του χρόνου τα αυστηρά κριτήρια.

Ενώ όμως η τέχνη δεν επιδέχεται επαλήθευση, η επιστήμη φαίνεται διαρκώς να την αποζητά. Το πείραμα, η παρατήρηση και η ικανότητα προβλέψεως αποτελούν τα βασικά της εργαλεία, και είναι εκείνα που αναδεικνύουν ή απαξιώνουν τις επιστημονικές ιδέες. Είναι όμως παράδοξο ότι οι ιδέες, που αποδεικνύονται αληθινές, έχουν συνήθως μαθηματική ομορφιά και αφαιρετική δύναμη.

Η θεμελιώδης, για παράδειγμα, εξίσωση E=mc2, που αποτυπώνει την ισοδυναμία μάζας και ενέργειας, διακρίνεται για την συμμετρία και την αισθητική απλότητα της.

Δίκαια λοιπόν αποτελεί, κατά τον Ρολάν Μπαρτ, το αρχέτυπο της ανακάλυψης. Η εξίσωση όμως αυτή χαρακτηρίζει  επίσης την εποχή μας, τα διανοητικά της επιτεύγματα, αλλά και τους κινδύνους που ενέχει η αλόγιστη χρήση της επιστημονικής γνώσης· διότι, ενώ υπήρξε μια αθώα συνέπεια της σχετικότητας, οδήγησε αργότερα στην κατασκευή της ατομικής βόμβας.

Από την άλλη, οι εξισώσεις του ηλεκτρομαγνητισμού, που περιγράφουν το φως αλλά και ένα τεράστιο πλούτο φαινομένων και εφαρμογών, έχουν εκ πρώτης όψεως πολύπλοκη δομή. Σε όσους όμως έχουν κάποια γεύση των μαθηματικών συμβόλων, είναι φανερό ότι οι εξισώσεις διαθέτουν κομψότητα και μεγάλη μαθηματική ομορφιά. Δεν φαίνεται λοιπόν παράδοξο ότι ο Paul Dirac, ένας από τους ιδιοφυείς φυσικούς που θεμελίωσαν την Κβαντική Θεωρία και λάτρης των αισθητικών αξιών, έδιδε στους μεταπτυχιακούς του φοιτητές μια επικίνδυνη συμβουλή: Ότι θα προτιμούσε να ενδιαφέρονται περισσότερο για την ομορφιά των εξισώσεων τους, και λιγότερο για το νόημα που έχουν. Είχε ίσως πεισθεί από τους στίχους του συμπατριώτη του ποιητή, του Τζων Κητς, που καταλήγει σε μια από τις ωδές του:

Η ομορφιά είναι αλήθεια, και η αλήθεια ομορφιά.

Αυτό είναι που μαθαίνομε στη γη, τι άλλο να ζητάμε

Ως προς την αναζήτηση πάντως του ωραίου, τα μαθηματικά εμφανίζουν κάποιες ορατές ιδιαιτερότητες. Ο Ιάννης Ξενάκης, που συνδύασε με δημιουργικό τρόπο τα μαθηματικά με την μουσική, γράφει: «Τα μαθηματικά κινούνται στον χώρο της φαντασίας. Πολλοί μαθηματικοί εργάζονται σαν τους καλλιτέχνες· και, όπως εκείνοι, ξεκινούν με μια σύλληψη που προσπαθούν εκ των υστέρων να την αποδείξουν. Τόσο στα μαθηματικά, όσο και στην Τέχνη, ο δρόμος είναι το απόλυτο σκοτάδι. Τα μαθηματικά υπάρχουν, για να επιβεβαιώνουν την αναγκαιότητα ενός φανταστικού κόσμου. Χωρίς μαθηματικά, τα όνειρα και η φαντασία θα ήταν στο κενό.»

Αποθέωση πάντως της σχέσεως των μαθηματικών με την Τέχνη, αποτελεί η ζωγραφική του M.C.Esher, που απηχεί δύσκολες έννοιες της υπερβολικής γεωμετρίας, του απείρου ή της προοπτικής.

Η σχέση των Μαθηματικών με την Μουσική έχει βέβαια βαθύτερες ρίζες, αφού ο Πυθαγόρας έλεγε ότι τα πάντα είναι αριθμός. Εντυπωσιασμένος μάλιστα από την ανακάλυψη του ότι οι αριθμοί μπορούν να καταγράψουν την μουσική αρμονία, ο Πυθαγόρας βάλθηκε να περιγράψει με αυτούς ολόκληρο το Σύμπαν. Από την προσπάθεια του αυτή δεν ξέφυγε ούτε η ίδια η αγάπη, και μάλιστα η αμοιβαία. Επέλεξε έτσι ως αναπαράσταση της τους δύο πρώτους «φίλιους» αριθμούς, το 220 και το 284, που έχουν πράγματι εντυπωσιακές και αμοιβαία αντίστροφες ιδιότητες. Όπως πάντως διαπίστωσαν διάσημοι μαθηματικοί τους τελευταίους αιώνες, παρόμοια ζευγάρια αριθμών, που το άθροισμα των διαιρετών του ενός είναι ίσο με τον άλλο, είναι εξαιρετικά σπάνια· κι ούτε, όπως συμβαίνει και με την αμοιβαία αγάπη, βρέθηκε κάποιος αλγόριθμος να τα παράγει. Η Τέχνη φαίνεται να υπερτερεί, αφού τουλάχιστον είναι κατά πολύ εκφραστικότερη.

Το επόμενο μάλιστα προς το Πυθαγόρειο ζευγάρι «φίλιων» αριθμών δεν ανακαλύφθηκε από μαθηματικούς, αλλά –οποίον όνειδος!- από ένα κορυφαίο βιολιστή, τον Νικολό Παγκανίνι.

Παράγραφος τρίτη: Η αλληλεπίδραση τέχνης και επιστήμης

Τα ίχνη ότι η Επιστήμη έχει επίδραση στην Τέχνη ή και αντίστροφα, απαντώνται ασφαλώς σε κάθε εποχή.

Σήμερα μάλιστα συχνά εξελίσσονται σε μορφές αυθύπαρκτες και σταθερές. Έτσι, η εκπληκτική πρόοδος των υπολογιστών και οι ψηφιακές τεχνικές, οδήγησαν τη μουσική, το θέατρο, τον κινηματογράφο σε νέους δρόμους εκφράσεων. Όσο όμως και αν η σύζευξη της  τεχνολογίας με την σύγχρονη Τέχνη δίδει συχνά αξιοθαύμαστα αποτελέσματα, παντού και πάντοτε –κι αυτό τείνει συχνά να λησμονηθεί- κυρίαρχη παραμένει η έμπνευση του καλλιτέχνη.

Η αλληλοεπίδραση όμως της Επιστήμης και της Τέχνης, στο θεωρητικό αυτή την φορά επίπεδο, παρουσιάζει εντυπωσιακή μορφή στο πρώτο τέταρτο του 20ού  αιώνα. Τότε η Φυσική, με την Θεωρία της Σχετικότητας και την Κβαντομηχανική, αμφισβητεί η ίδια τα θεμέλιά της και ανοίγει νέους δρόμους κατανοήσεως του κόσμου.

Ο χρόνος θα αποτελέσει την τέταρτη διάσταση του χώρου, η αυστηρή αιτιοκρατία θα αντικατασταθεί από τις πιθανότητες, τα ατομικά σωματίδια θα αποδειχθεί ότι έχουν δυική φύση. Η εποχή αυτή κλονίζει τις εμπειρικές έννοιες, που χάνουν βαθμιαία το συμβατικό τους νόημα.

Η ατμόσφαιρα όμως της ανατροπής και της δημιουργικότητας, δεν εξαντλείται μόνον στη Φυσική της εποχής. Αντικατοπτρίζει ένα ολόκληρο διανοητικό κλίμα, και είναι δύσκολο να εκτιμηθεί αν πρωτοπορούν η Τέχνη ή η Επιστήμη.

Έτσι, ενώ στο Πανεπιστήμιο του Bερολίνου ο Max Planck ανακάλυπτε την κβαντική φύση της ακτινοβολίας, κάπου εκεί γύρω, σε παρέες και συναντήσεις, στα καφενεία και τους δρόμους, διανοούμενοι και καλλιτέχνες άνοιγαν επίσης την ψυχή τους στο καινούργιο. O πρώτος παγκόσμιος πόλεμος είχε αφήσει πίσω του ερείπια και μια απώθηση για τις φθαρμένες αξίες. O νέος άνεμος που έπνεε, έφερνε μαζί του την Φροϋδική θεωρία και την φιλοσοφική σκέψη του Mπέρξον, τη ζωγραφική του Πικάσο αλλά και του Paul Klee, το κίνημα του Bauhaus και την αρχιτεκτονική του Λε Kορμπυζιέ. Μια ταραχώδης λοιπόν εποχή στη Φυσική, συνοδεύεται επίσης από εικονοκλαστικά πνευματικά και καλλιτεχνικά ρεύματα.

Ας σημειωθεί, μόνον, ότι το ίδιο έτος που η συμβολή του Αϊνστάιν στην κβαντική φυσική –διότι αργότερα την αποκήρυξε!- αναγνωρίζεται με το βραβείο Nόμπελ, δηλαδή το 1922, θα δημοσιευθεί ο «Oδυσσέας» του James Joyce και η «Έρημη Xώρα» του T.S Elliot, ενώ αναπτύσσεται η δωδεκατονική μουσική του Arnold Schoenberg.

Ασφαλώς, η αναζήτηση των αλληλοεπιδράσεων μεταξύ της επιστήμης κάθε εποχής, και της λογοτεχνίας ή της τέχνης, είναι έργο δύσκολο αλλά και παρακινδυνευμένο. Ο Arthur Miller, που σε ένα τελευταίο βιβλίο του μελέτησε τις παράλληλες διαδρομές του Πικάσο και του Αϊνστάιν, σημειώνει: «Αντί να αναφερόμαστε στην αλληλεπίδραση μεταξύ Τέχνης και Επιστήμης, θα ήταν καλύτερο να μιλήσομε για ιδέες που αναπτύχθηκαν από κοινού από καλλιτέχνες και επιστήμονες. Τόσο στην Τέχνη όσο και στην Επιστήμη είναι πανάρχαια η αναζήτηση νέων τρόπων αναπαράστασης της πραγματικότητας που βρίσκεται πέραν από το φαινομενικό. Η προσπάθεια αυτή καρποφορεί τη στιγμή που γεννιέται η δημιουργία, τότε που τα σύνορα των γνωστικών πεδίων καταρρέουν και κάποιες έννοιες της αισθητικής αποκτούν μέγιστη σημασία.»

Η αμφισβήτηση της αντικειμενικής πραγματικότητας, που είχε ξεκινήσει από την κβαντομηχανική, συμβάδιζε με ένα κλίμα που διέτρεχε την τέχνη, αλλά και τμήματα της ίδιας της κοινωνίας. Σε όλο λοιπόν τον κορμό της λογοτεχνίας, το μυθιστόρημα ή τον πεζό λόγο, το θέατρο και την ποίηση, οι παραδοσιακές φόρμες εμφανίζουν ρωγμές και καινούργια στοιχεία κυριαρχούν. Όσο όμως είναι αλήθεια ότι τα στοιχεία αυτά συμβαδίζουν με τις ανατροπές που έφεραν στην επιστήμη η κβαντική θεωρία και η σχετικότητα, τόσο θα ήταν άκρως υπερβολικό να αναζητήσει κανείς σχέσεις αιτίου–αποτελέσματος.

Παράλληλα ωστόσο, ο 20ός αιώνας θα βιώσει μια επανάσταση στην Αστρονομία. Με τις παρατηρήσεις του ο Χαμπλ διαπιστώνει, ότι εκτός από τον δικό μας γαλαξία, υπάρχουν δισεκατομμύρια άλλοι στο Σύμπαν· και ότι είναι διεσπαρμένοι σε αποστάσεις  ασύλληπτες για το ανθρώπινο μυαλό. Θα διαπιστώσει επίσης –κι αυτό είναι συγκλονιστικό- ότι οι γαλαξίες απομακρύνονται ο ένας από τον άλλο με μεγάλες ταχύτητες. Το Σύμπαν δηλαδή διαστέλλεται! Αυτό οδηγεί σε ένα αναπότρεπτο συμπέρασμα: ότι η γένεση του Σύμπαντος οφείλεται σε μια αδιανόητη, Μεγάλη Έκρηξη, που υπολογίζεται ότι έγινε πριν από 14  δισεκατομμύρια χρόνια. «Το Μέγα Φως» σχολιάζει με λυρισμό σε ένα βιβλίο του ο Dominique Proust «έσκισε τα σκοτάδια. Ο Μέγας Ήχος διέρρηξε τη σιωπή. Σε μια αξεδιάλυτη σύνθεση, ο πιο εξαίσιος πίνακας εμφανίσθηκε και η επιβλητικότερη συμφωνία αντήχησε. Το χρονόμετρο τέθηκε σε λειτουργία, το Μέγα Φως άρχισε να ελαττώνεται, ο Μέγας Ήχος χάθηκε στο διάστημα.»

Το νέο πάντως συγκλονιστικό τοπίο, που δημιουργεί η επιταχυνόμενη επιστημονική πρόοδος, δεν θα αφήσει αδιάφορη τη μουσική. Το αντίθετο μάλιστα: Όπως το παραδοσιακό, στατικό Σύμπαν μεταμορφώθηκε σε μια δυναμική και διαρκώς εξελισσόμενη ολότητα, έτσι και η μουσική απελευθερώνεται από την κωδικοποίηση και αποκτά άλλες αρμονικές ποιότητες. Η προσπάθεια να συνδεθεί η μουσική με την επιστήμη δεν είναι βέβαια καινούργια, ούτε εκφράζεται με την ίδια πάντοτε μορφή. Οι ρίζες της ανιχνεύονται στους αρχαίους χρόνους και ο όρος «αρμονία των σφαιρών», που αποδίδεται στους Πυθαγορείους, θα παρουσιάσει στους αιώνες που ακολουθούν μεγάλη ανθεκτικότητα και διάρκεια. Στις πολλές παραλλαγές του, υποκρύπτει την πεποίθηση ότι οι πλανήτες και τα άστρα παράγουν με την κίνηση τους μια ουράνια μουσική, ότι μια αρμονία ιδιαίτερη διέπει την λειτουργία του κόσμου. Έφθασε όμως πρόσφατα σε μια ακραία της παραλλαγή, αφού ένας σπουδαίος φυσικός προσπάθησε να αναδημιουργήσει τον ήχο που ακουγόταν –τρόπος του λέγειν!- στα πρώτα δευτερόλεπτα μετά την Μεγάλη Έκρηξη.

Ασφαλώς, η εικόνα του μουσικού που αντλεί έμπνευση από μια παθητική ενατένιση των αστεριών, μοιάζει ξεπερασμένη. Η σχέση του όμως με την Φυσική και τις εφαρμογές της, χάρις και στην εκρηκτική ανάπτυξη της ηλεκτρονικής ή των υπολογιστών, ανοίγεται σε νέους ορίζοντες. Ο Σαίνμπεργκ, ο Στοκχάουζεν, ο Μπάρτοκ, ο Γιάννης Χρήστου –είναι μια ενδεικτική αναφορά σε λίγους μόνον από τους επιφανέστερους– ανατρέπουν τις κλασικές φόρμες της μουσικής· και αναζητούν, όπως και η επιστήμη, άλλους άξονες αναφοράς. Πολλές άλλωστε από τις μουσικές συνθέσεις της εποχής αντλούν την θεματολογία τους από την αστρονομία ή τις κοσμολογικές ανακαλύψεις. Όπως, για παράδειγμα, οι «Πλειάδες» του Ξενάκη, το Pierrot Lunaire του Σαίνμπεργκ , το Atlas Eclipticalis του  John Cage. Ακόμα και ο σπουδαίος σαξοφωνίστας John Coltrane αποτυπώνει σε μία από τις τελευταίες του συνθέσεις –τις «Αστρικές περιοχές»- τους «ηχητικούς» στροβιλισμούς που προκαλούνται από ένα σπειροειδή γαλαξία σε περιστροφή.

Παράγραφος τέταρτη: Τα Ηθικά διλήμματα της επιστήμης

H επιστημονική γνώση έχει σημασία όχι μόνο σαν αυθύπαρκτο πολιτιστικό γεγονός, αλλά και ως προς τις συνέπειες που έχει. Είναι, μάλιστα, αυτές οι συνέπειες που δημιουργούν τα ηθικά διλήμματα στην επιστήμη, και κάποτε την αυτοκαταργούν ως συνιστώσα του πολιτισμού.

Όπως ωστόσο μαρτυρούν οι αρχαίες τραγωδίες, τα ηθικά διλήμματα είναι  παλιά, όσο και ο κόσμος· και η φύση του ανθρώπου, δεν απαλλάσσεται εύκολα από τις σκοτεινές πλευρές της.

Είναι πάντως αναντίρρητο ότι το δίλημμα, γύρω από τις εφαρμογές της επιστημονικής γνώσεως, έφτασε στην έξαρση του με την κατασκευή της ατομικής βόμβας. Είναι γνωστό ότι ο Αϊνστάιν, υπό το φάσμα της ναζιστικής απειλής, ενεθάρρυνε την έναρξη του σχετικού ερευνητικού προγράμματος. Δεν συναίνεσε όμως στις πολεμικές εφαρμογές του. Ο Οπενχάιμερ, αντίθετα, επιστήμων με εξέχουσα πνευματικότητα, συμμετείχε και στην ίδια την κατασκευή της βόμβας, καταδιωκόμενος έκτοτε από τις Ερινύες. Δεδομένης της εντιμότητας και του ανθρωπισμού και των δύο, το γεγονός αποδεικνύει ότι το δίλημμα δεν έχει πάντοτε εύκολη απάντηση.

Σήμερα τα διλήμματα αυτά εστιάζουν κυρίως στην εκρηκτική πρόοδο που εμφανίζει η Μοριακή Βιολογία. Η πρόοδος αυτή κλόνισε εκ θεμελίων τις επιστήμες της ζωής, από την κληρονομικότητα μέχρι την φυσιολογία, και από την λειτουργία του νευρικού συστήματος μέχρι τις αναπαραγωγή· ενώ επηρέασε βαθύτατα την ιατρική, ανοίγοντας νέους τρόπους στη θεραπεία ή την πρόγνωση των ασθενειών. Ταυτόχρονα όμως, επισώρευσε απειλές και κινδύνους ανεξέλεγκτους για την ίδια την ανθρώπινη πορεία. «Ανατέλλει ο πολιτισμός του γονιδίου», προειδοποιεί ο βιολόγος Dominique Lecourt. «Οφείλομε να κατανοήσομε τάχιστα το μέγεθος του σημαντικού αυτού γεγονότος, ώστε να το εκμεταλλευτούμε σωστά, ειδάλλως θα αναγκαστούμε πολύ σύντομα να υποστούμε τις χειρότερες συνέπειές του».

Από την άλλη ο Κορνήλιος Καστοριάδης, που είχε με τρόπο εντυπωσιακό αφομοιώσει την σύγχρονη επιστήμη, δείχνει απαισιόδοξος ως προς τις δυνατότητες ελέγχου της: «Δεν έχουμε ανάγκη από μερικούς σοφούς. Έχουμε ανάγκη να αποκτήσουν και να ασκήσουν τη φρόνηση όλοι οι άνθρωποι· και αυτό με τη σειρά του απαιτεί ένα ριζικό ανασχηματισμό της κοινωνίας ως κοινωνίας πολιτικής, που θα εγκαθίδρυε όχι μόνο την τυπική συμμετοχή, αλλά το πάθος όλων για τα κοινά, για τη μοίρα της κοινωνίας και για τη μοίρα του θαυμάσιου αυτού πλανήτη, πάνω στον οποίο γεννηθήκαμε.» Όσο και αν παρόμοιες απόψεις ηχούν ουτοπικές, υποδηλώνουν την αδήριτη ανάγκη αλλαγής πορείας.

Σε αυτό άλλωστε το σημείο, αξίζει να υπογραμμισθεί ένα κοινωνικό παράδοξο. Με ευκολία αποδίδονται ευθύνες στις θετικές επιστήμες ή τους λειτουργούς τους, ενώ οι λεγόμενες ανθρωπιστικές επιστήμες –ακόμα και ο όρος είναι παραπλανητικός- συνήθως αφήνονται στο απυρόβλητο. Καμιά όμως από τις επιστήμες, που σφραγίζουν την σημερινή εποχή –η Φυσική και η Βιολογία, οι Υπολογιστές και η Ιατρική- δεν έχουν βούληση από μόνες τους, μήτε αυτονομία.

Ενεργούμενα ανθρώπων είναι, εργαλεία αξιοθαύμαστα. Αν κάποτε οδηγούνται σε  χρήσεις εφιαλτικές, είναι επειδή εκεί ωθούν τον άνθρωπο οι θεωρίες της άλλης πλευράς. Σπουδαίοι διανοητές, όπως Νίτσε, ο Μαρξ, ο Μακιαβέλι είδαν τις ιδέες τους να γίνονται το θεμέλιο ή το πρόσχημα  κυνικών πολιτικών εφαρμογών.

Προέκταση λοιπόν της Φιλοσοφίας αλλά και των  επιστημών του ανθρώπου είναι συχνά οι πολιτικές ακρότητες, οι θρησκευτικοί φανατισμοί, αλλά και η θεοποίηση ενός τρόπου ζωής, που οδήγησε στα σημερινά πικρά αδιέξοδα. Για τα κατά καιρούς δεινά του ανθρώπου, οι θετικοί επιστήμονες δεν απαλλάσσονται ασφαλώς των ευθυνών τους. Οι δικές τους όμως ευθύνες κινούνται περισσότερο στη βάση της πυραμίδας και λιγότερο στην κορυφή της.

Παράγραφος πέμπτη: H σχέση της επιστήμης με την εξουσία

Όπως συμβαίνει και με την Τέχνη, η σχέση της Επιστήμης με την εξουσία είναι πολύπλοκη. Άλλοτε υπάκουη, κάποτε βίαιη, στο βάθος όμως πάντοτε περιφρονητική.

Όταν, ενώπιον της Iεράς Εξέτασης, ο Γαλιλαίος κάνει έναν τακτικό ελιγμό για να σώσει τον εαυτό του –διότι ποτέ δεν είπε το «και όμως κινείται»- έχει πλήρη συνείδηση ότι η περιστροφή της γης δεν κινδύνευσε ούτε μια στιγμή.

H εξουσία αντιλαμβάνεται την Επιστήμη μόνο ως προς τις συνέπειές της, και σπάνια σαν μια συνιστώσα πολιτισμού. Δεν έχει συνήθως την ικανότητα να αποδεχθεί την επιστήμη· προσπαθεί απλώς να τη χρησιμοποιήσει.

Χρησιμοποιεί μάλιστα την Επιστήμη όχι, ας πούμε, όπως χρησιμοποιεί την Τέχνη, αλλά με τρόπο ευφυέστερο: Κάποιες φορές παρουσιάζοντας την ως πανάκεια, άλλοτε ως απειλή. Από την αντιμετώπιση αυτή της Επιστήμης δεν διαχώρισαν τις θέσεις τους ούτε διανοητές ή ιδεολογικοί χώροι που αυτοαποκαλούνται προοδευτικοί. Άρα η σχέση είναι βαθύτερη και, θα έλεγα, σχεδόν συμπλεγματική.

Είναι επίσης γεγονός ότι η απελευθερωτική σημασία της επιστήμης προκαλεί, όπως ακριβώς και οι άλλες συνιστώσες πολιτισμού, αντιδράσεις από μέρους της χρησιμοθηρικής κοινωνίας μας· που είναι όμως υπόγειες και με υφή διαφορετική. Έτσι, επειδή δεν είναι δυνατόν να ελεγχθούν τα αποτελέσματα της επιστήμης, επιχειρείται ο έλεγχος της κατευθύνσεώς της.

Έντονα λοιπόν εκδηλώνεται η τάση, που εμφανίζεται μάλιστα με μανδύα προοδευτικό, να συνδεθεί η έρευνα με την παραγωγή, να υποταχθούν τα πανεπιστήμια στις υποτιθέμενες ανάγκες της κοινωνίας. Οι ολέθριες συνέπειες αυτής της τάσης, είναι ο παραμερισμός των ανθρωπιστικών σπουδών, αλλά και της βασικής έρευνας στις επιστήμες, προς όφελος τεχνολογικών εφαρμογών με θολό περιεχόμενο. Με το ίδιο πνεύμα τα αρχαία μνημεία θεωρούνται ότι υπάρχουν απλώς για την προσέλκυση των τουριστών, ή μετράται ένας πίνακας ζωγραφικής μόνον ως οικονομική επένδυση. «Επειδή» γράφει ο αστροφυσικός Paul Davies «η Επιστήμη μπορεί να αποφέρει οικονομικά οφέλη, η υποστήριξη της βασίζεται σχεδόν αποκλειστικά σε αυτό το επιχείρημα. Το γεγονός ότι  μπορεί να εμπνεύσει μια άποψη για τον κόσμο, τίθεται στο περιθώριο ως ασήμαντο.»

Το «ασήμαντο» αυτό γεγονός –ότι εμπνέει μια άποψη για τον κόσμο- είναι ωστόσο κεντρικό χαρακτηριστικό της Επιστήμης. Και ενισχύει την βαρύτητά της ως μιας συνιστώσας του πολιτισμού. Με την εξειδίκευση ωστόσο της παιδείας και της έρευνας, που αποτελεί τάση της εποχής μας, αποκλείεται η θέαση του όλου. Όταν εντούτοις ο Αϊνστάιν ρωτήθηκε για το ποιος τον επηρέασε στις επιστημονικές του ανακαλύψεις, απάντησε αναπάντεχα: «Περισσότερο από όλους ο Ντοστογέφσκυ». Είναι μια απάντηση που, ιδιαίτερα στις μέρες μας, δύσκολα γίνεται  κατανοητή.

Αυτό λοιπόν που απαιτούν επίμονα οι καιροί, δεν είναι ο διαχωρισμός των γνώσεων, αλλά η σύνθεση τους. Η Γνώση δεν είναι προϊόν εξειδικεύσεως, όπως διδάσκει η ασθματική εποχή μας. Είναι, αντίθετα, η προσπάθεια να ανευρεθούν οι γέφυρες ανάμεσα στις επιστήμες· και να στηθούν άλλες γέφυρες, στέρεες και διαρκείς, ανάμεσα στην Φιλοσοφία, την Επιστήμη ή την Τέχνη. «Βίωσα την ιωνική γοητεία» γράφει ο εξελικτικός βιολόγος Έντουαρντ Γουίλσον «Αυτή η έκφραση πλάσθηκε πρόσφατα και σημαίνει πίστη στην ενότητα των επιστημών. Μια πεποίθηση πολύ πιο βαθιά από την απλή πρόταση εργασίας, ότι στον κόσμο υπάρχει τάξη που μπορεί να εξηγηθεί με βάση λίγους φυσικούς νόμους.»

Έως ότου η πεποίθηση αυτή, για την ενότητα των επιστημών, γίνει ευρύτερη και διαρκής, η κάθε επιστήμη θα ζει τη μερικότητά της, και ο κάθε επιστήμονας τη μοναξιά του. Σε δρόμους παράλληλους, την ίδια μοναξιά θα ζουν και οι άνθρωποι της Τέχνης.

Παράγραφος Έκτη: Τα κίνητρα

Τι ωθεί λοιπόν τον άνθρωπο να ασχοληθεί με την Επιστήμη ή την Τέχνη; Ποια είναι τα κίνητρά του; Συνδέονται άραγε αυτά τα κίνητρα με τα υπαρξιακά του προβλήματα, τις μεταφυσικές ανησυχίες ή την επίγνωση της μοίρας του;

Δύσκολα αλλά και γοητευτικά ερωτήματα. Σε αναζήτηση κάποιας απαντήσεως, ο ερευνητής στον «Δημόκριτο» Βασίλης Κωνσταντούδης παρατηρεί:

«Μια προσέγγιση των αρχών της επιστημονικής και καλλιτεχνικής προσπάθειας κατά τον Πλάτωνα, μπορεί να γίνει με βάση τις δύο βασικές εμπειρίες του φιλοσόφου: την απορία και το θάμβος. Ο άνθρωπος έρχεται σε επαφή με τον κόσμο και απορεί, επειδή αισθάνεται ότι ο κόσμος τον υπερβαίνει. Θαυμάζει όμως επίσης, γιατί αυτή η υπέρβαση τον ελκύει, όπως και η ομορφιά του κόσμου που την αισθάνεται ως βασικό συστατικό της ύπαρξής του.»

Πράγματι: Σε σπουδαίους επιστήμονες ή καλλιτέχνες, έκδηλο είναι το στοιχείο της απορίας απέναντι στον κόσμο, όσο και του θάμβους για την ομορφιά του. Ασφαλώς, στους επιστήμονες τονίζεται περισσότερο το στοιχείο της απορίας, ενώ στους καλλιτέχνες εκείνο του θάμβους. Υπάρχει όμως ένα είδος κοινής αφετηρίας, ενώ η διαφοροποίηση έρχεται στη συνέχεια. Σε αυτήν μετρούν οι πρωταρχικές εμπειρίες του καλλιτέχνη ή του επιστήμονα, αλλά και ο τρόπος υλοποίησής τους. Μετρά επίσης και η κλίση του κάθε ανθρώπου.

Ανάλογες συσχετίσεις μπορούν να αναζητηθούν και στο «τέλος» της επιστήμης και της τέχνης, δηλ. στους σκοπούς. Ο κύριος σκοπός της επιστημονικής διαδικασίας είναι να πλουτίσει τις γνώσεις μας για τον κόσμο, αλλά και να διευρύνει τους ορίζοντες της αντίληψής μας. Παράλληλα όμως, εξαιτίας της τεχνολογίας και των εφαρμογών της, διευκολύνει την ανθρώπινη καθημερινότητα και οδηγεί στην παραγωγή συγκεκριμένων προϊόντων και συσκευών. Ο σχεδιασμός και η μορφή τους θέτουν το θεμελιακό πρόβλημα της αισθητικής, και εδώ ο ρόλος της καλλιτεχνικής αντίληψης είναι αναντικατάστατος. Αλλιώς, οδηγούμαστε σε υποβάθμιση της αισθητικής ποιότητας της ζωής, που είναι φανερή στις σύγχρονες πόλεις αλλά και στο προσωπικό μας περιβάλλον. Παράλληλα, οι γνώσεις που παράγει η επιστήμη, στις περισσότερες περιπτώσεις λειτουργούν απλώς ως επιπλέον πληροφορίες που προστίθενται στον εγκέφαλό μας. Οι πληροφορίες αυτές μπορούν να γίνουν γνώση και ίσως σοφία σε έναν άνθρωπο μόνο όταν γίνουν μέρος της προσωπικής του σχέσης με τον κόσμο αλλά και με τον βαθύτερο εαυτό του. Η λειτουργία της Τέχνης, στις ποικίλες μορφές της, είναι η γέφυρα που οδηγεί ακριβώς σε αυτήν την ολοκλήρωση.

Αγαπητοί φίλοι,

Ο ομιλών προσπάθησε, με συντομία επικίνδυνη, να αιτιολογήσει την πεποίθηση του, ότι η Επιστήμη αποτελεί μια συνιστώσα πολιτισμού· και ότι, ενώ κινείται σε παράλληλη ευθεία με τις άλλες εκφράσεις του πολιτισμού, η σύγκλιση τους είναι αίτημα της εποχής αλλά και ανάγκη μιας καλύτερης παιδείας.

Θα αντιταχθεί ασφαλώς το επιχείρημα ότι στην Ευκλείδεια γεωμετρία, που διδαχθήκαμε με βασανιστικό τρόπο στα σχολεία, οι παράλληλες δεν τέμνονται. Σε αυτό άλλωστε το αξίωμα στηρίζεται το μεγαλειώδες οικοδόμημα του Ευκλείδη.

Υπάρχει όμως και μια άλλη Γεωμετρία, που αναπτύχθηκε τον 19ο αιώνα, από δύο σπουδαίους μαθηματικούς, τον Nikolai Lobachevski και τον Bernhard Riemann. Ο πρώτος μάλιστα την ονόμασε «φανταστική», με αποτέλεσμα να καθυστερήσει η αναγνώριση της σημασίας της. Σε αυτήν λοιπόν την γεωμετρία, την μη Ευκλείδεια, ο χώρος είναι καμπυλωμένος, και οι παράλληλες συγκλίνουν. Το σπουδαίο ωστόσο είναι ότι αυτή η Γεωμετρία, όπου οι παράλληλες συγκλίνουν, αποδείχθηκε σημαντικότερη στην κατανόηση του κόσμου. Διότι εκεί θεμελιώνεται η Γενική Θεωρία της Σχετικότητας, που απεκάλυψε με τρόπο εκπληκτικό την δομή αλλά και την εξέλιξη του Σύμπαντος.

Το γεγονός αυτό αφήνει  κάποια περιθώρια αισιοδοξίας ότι και η σύγκλιση των μεγάλων παραλλήλων, που ανέφερα, δεν μπορεί να αποκλεισθεί. Είναι μια σύγκλιση που λίγο ίσως αφορά την καθημερινότητα, έχει όμως σημασία απροσμέτρητη για μια σωστή παιδεία· που όπως λένε αιώνες τώρα οι σοφοί, αποτελεί κριτήριο και προϋπόθεση για όλα τα άλλα.

 

   

european parlament to potami

topTOP

×

Αυτή η σελίδα χρησιμοποιεί cookies για να διαχειριστεί τα στοιχεία χρήσης, στατιστικά πλοήγησης και άλλες λειτουργίες. Επισκεπτόμενοι τη σελίδα μας συμφωνείτε οτι μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε cookies.