10 Οκτ, 2008

Τον τόπο μας, εμείς οι Έλληνες, δεν τον αγαπούμε

Ένα αξιοσημείωτο φαινόμενο παρατηρείται τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα. Από την αδιαφορία και τη σιωπή, όσον αφορά το περιβάλλον, η χώρα μας έχει περάσει σε ένα επίπεδο γενικευμένης φλυαρίας. Η σημασία του υπογραμμίζεται παντού: σε λόγους πολιτικών και σε εκδηλώσεις κοινωνικές, στις τηλεοπτικές εκπομπές και σε δημοσιεύματα των εφημερίδων. Μεγάλες εταιρείες, τράπεζες και οργανισμοί ανακηρύσσονται υπέρμαχοι του περιβάλλοντος, ενώ τα δεινά που μας επιφυλάσσει το μέλλον περιγράφονται από όλους με μελανά χρώματα.

Δεν αμφισβητείται ότι το καινοφανές αυτό ενδιαφέρον δημιουργεί κάποιες νέες προοπτικές. Ας θυμίσουμε όμως ξανά τη θουκυδίδεια ρήση: οι Έλληνες είμαστε «θεατές των λόγων και ακροατές των έργων». Η πικρή αυτή διαπίστωση δεν εξαιρεί τα προβλήματα του περιβάλλοντος, και κάνει τον δρόμο δύσβατο και μακρύ.

Σε αυτόν ακριβώς τον δρόμο αναφέρονται οι υπαινιγμοί που ακολουθούν. Ο προσεκτικός αναγνώστης καλείται να τους συμπληρώσει – ή να προσθέσει άλλους.

Υπαινιγμός πρώτος: Η ελληνική ιδιαιτερότητα

Την Ελλάδα χαρακτηρίζει η ποικιλία του τοπίου και μια απέραντη φυσική ομορφιά, που συνυπάρχουν με τα διάσπαρτα ίχνη σπουδαίων πολιτισμών. Παράλληλα, ένα ήπιο κλίμα και η διαύγεια του φωτός αναδεικνύουν τα χαρακτηριστικά αυτά και καθιστούν τη χώρα μας μοναδική. «Όμορφη και παράξενη πατρίδα», γράφει ο Ελύτης, «ωσάν αυτή που μου 'λαχε δεν είδα».

Το ενδιαφέρον είναι ότι η ελληνική ιδιαιτερότητα προκαλεί συνήθως ανέξοδους ύμνους ή και εθνικιστικές εξάρσεις. Θα έπρεπε όμως πρώτιστα να οδηγεί στην αυτοκριτική: διότι καμιά και πάλι χώρα δεν δείχνει τόσο λίγο σεβασμό, τέτοια στάση ανεύθυνη απέναντι σε όσα της χάρισε η φύση και η Τέχνη των ανθρώπων.

Φαίνεται λοιπόν ότι τον τόπο μας, εμείς οι Έλληνες, δεν τον αγαπούμε. Δεν χάνουμε βέβαια ευκαιρία να υμνούμε τις ομορφιές του, να τονίζουμε τις πολλές του χάρες. Λίγοι όμως μόνον, άξιοι και εκλεκτοί, έκαναν τους ύμνους αυτούς στάση ζωής. Δεν αρκούν, ωστόσο, για να αλλάξουν την εικόνα. Σε μας τους άλλους αρέσουν τα «ψεύτικα τα λόγια, τα μεγάλα», ενώ η αλήθεια είναι άλλη και πληγώνει. Τον τόπο μας, εμείς οι Έλληνες, τον θεωρούμε στρέμματα προς εκμετάλλευση, δάση προς οικοπεδοποίηση, ακρογιαλιές προς ίδιον όφελος. Η ελληνική ιδιαιτερότητα αποκτά έτσι και την αντίστροφη, οδυνηρή της όψη.

Υπαινιγμός δεύτερος: Τα εθνικά μας χαρακτηριστικά

Υπάρχουν ορισμένα εθνικά χαρακτηριστικά που αποτυπώνονται σε όλο το φάσμα της ελληνικής ζωής. Δεν βρίσκονται, βέβαια, όπως και οι αρετές μας, σε κάποιο DNA της φυλής. Οφείλονται, αντίθετα, στις ιστορικές μας ασυνέχειες, αλλά και στην έλλειψη ουσιαστικής Παιδείας. Έτσι, μια συνήθης στάση μας απέναντι στα προβλήματα είναι ότι ως υπεύθυνους δείχνουμε πάντοτε όλους τους άλλους. Ακόμα και για τα σκουπίδια ή τη ρύπανση των ακτών, ποτέ δεν φταίει η δική μας αγωγή, μήτε η καταναλωτική μας βουλιμία. Φταίει ο δήμος, η αστυνομία, το κράτος. Πάντοτε κάποιοι άλλοι.

Το θράσος της άγνοιας είναι επίσης ίδιον της ελληνικής νοοτροπίας. Λίγο μετρά η γνώμη του επιστήμονα, του σοβαρού μελετητή. Τον τόνο δίδουν οι κραυγές στα τηλεοπτικά παράθυρα, οι πολιτικάντηδες, οι άγνωστες οργανώσεις. Το ιερό και απαραβίαστο της δικής μας επικράτειας δεσπόζει απέναντι στο δίκιο των γειτόνων. Έτσι, η εγκατάσταση ενός βιολογικού καθαρισμού ή ενός κέντρου για τους μετανάστες προσκρούουν συνήθως σε ατέρμονες αντιδράσεις. Ένας ιδιότυπος τοπικός εθνικισμός –συχνά στο όνομα του περιβάλλοντος– υπερισχύει συνήθως της λογικής αλλά και των πιεστικών αναγκών της δύσμοιρης χώρας μας.

Υπαινιγμός τρίτος: Ο οικοδομικός αναρχισμός

Το φαινόμενο έχει πολλαπλές αιτίες, ορατά όμως αποτελέσματα. Η Ελλάδα κτίζεται εική και ως έτυχε, άναρχα, χωρίς υποδομές, χωρίς μέτρο. Η αυθαίρετη δόμηση, που αποτελεί μια παγκόσμια πρωτοτυπία και πρακτική, ανθεί διαχρονικά και ενισχύει την πολεοδομική ασχήμια της χώρας. Ας σημειωθεί ότι το Κακό δεν περιορίσθηκε στις μεγάλες πόλεις. Μετανάστευσε παντού, ακόμα και εκεί όπου μια έξοχη λαϊκή αρχιτεκτονική δίδαξε το μέτρο και έπλασε αριστουργήματα. Εννοώ τα περιούσια νησιά μας. Σήμερα η δόμησή τους επεκτείνεται σε παραλίες και πλαγιές, ισοπεδώνει την ιδιαιτερότητα του τοπίου, αυθαδιάζει απέναντι στο περιβάλλον. Τα ελληνικά νησιά που ύμνησαν οι ποιητές και οι θαλασσοπόροι οδηγούνται έτσι –υπό την πίεση και ενός μαζικού τουρισμού– στη ριζική αλλοίωση της υφής και της αισθητικής τους.

Τον τόπο ή τα νησιά μας φαίνεται ότι εμείς οι Έλληνες δεν τα αγαπήσαμε ποτέ. Ίσως γι' αυτό πέρα από τους ύμνους –για τα νησιά μας ή τον τόπο– τα σημάδια ενός αδιέξοδου μέλλοντος είναι ήδη ορατά.

Υπαινιγμός τέταρτος: Τουρισμός, μια εκφυλιστική απειλή

Υπάρχει μια ανάλγητη αλλοίωση του ελληνικού περιβάλλοντος που συντελείται σιωπηλά, ύπουλα, χωρίς πομπώδεις καταγγελίες. Είναι ο τουριστικός μας εκχυδαϊσμός. Ως επιδημία απαξιώνει τη μια μετά την άλλη τις ωραίες γωνιές της πατρίδας και εξουθενώνει τοπία και ανθρώπους.

Βασική αιτία του φαινομένου υπήρξε η αλόγιστη επιδίωξη του αριθμού των τουριστών, σε βάρος της ποιότητάς τους. Έτσι, υπό τον μανδύα της τουριστικής «αναπτύξεως», τοπία μοναδικά ενταφιάζονται στο μπετόν και παραδίδονται στην ευτέλεια και το κέρδος. Όσο για τους «τουρίστες», λίγοι ενδιαφέρονται για την ελληνική ιδιαιτερότητα. Είναι μάζες μετακινούμενες, που ψάχνουν τον πλαστικό ήλιο και τη φτήνια, ενώ προσθέτουν το δικό τους άχρωμο βλέμμα στις ήδη άχρωμες τουριστικές περιοχές.

Όπως έλεγε και μια παλιά διαφήμιση, οι ξένοι τουρίστες καλούνται να ζήσουν τον «μύθο της Ελλάδας». Η Ελλάδα ωστόσο ζει ήδη τον μύθο της. Μόνον που ο μύθος έχει ξεθωριάσει και η ευλογία μετατράπηκε σε εφιάλτη: το τουριστικό «εισόδημα» δεν ακολουθεί την ίδια αυξητική πορεία, η φθηνή μαζικότητα οδηγεί διαρκώς και καινούργιες περιοχές στην απαξίωση, τα βραχιόλια της ντροπής πολλαπλασιάζονται. Τους καλοκαιρινούς μήνες επικρατεί η ασυδοσία και ο υπερπληθυσμός. Το χειμώνα, αντίθετα, τα ίδια τοπία μοιάζουν βομβαρδισμένα, έρημα από ζωή και πραγματικές προοπτικές.

Το είδος της τουριστικής μας «ανάπτυξης» δείχνει, περισσότερο ίσως από οτιδήποτε άλλο, ότι τον τόπο μας δεν τον αγαπούμε. Η φρικτή αυτή υποψία –ότι εμείς οι Έλληνες τον τόπο μας δεν τον αγαπούμε– παγώνει τον νου και την ψυχή, και αναζητεί τις ερμηνείες και την αιτία της.

Υπαινιγμός πέμπτος: Τα δεινά και η εκδίκηση της θάλασσας

Είναι αλήθεια ότι, παρά τα μέτρα που εξαγγέλλονται κατά καιρούς, ολόκληρη η Μεσόγειος Θάλασσα μοιάζει να απειλείται. Τα στοιχεία που αφορούν τα αστικά λύματα και τους ρύπους, τα πετρελαιοειδή ή το όργωμα των βυθών, δεν αφήνουν αμφιβολίες. Προοιωνίζονται λοιπόν για τη Μεσόγειο την οδυνηρή μοίρα μιας νεκρής, αδιάφορης θάλασσας. «Τι είναι η Μεσόγειος;», ρωτά ο Φερνάν Μπρωντέλ. «Είναι χίλια πράγματα μαζί. Δεν είναι ένα μόνο τοπίο, αλλά αμέτρητα τοπία. Δεν είναι μια θάλασσα, αλλά διαδοχή θαλασσών. Δεν είναι ένας πολιτισμός, αλλά πολιτισμοί που συσσωρεύονται ο ένας πάνω στον άλλο».

Το προαιώνιο αυτό μεσογειακό «ύφος», το θαυμαστό όσο και ζωογόνο, έφτανε στην αποθέωσή του στις ελληνικές θάλασσες και ακτές· εκεί όπου συχνά κατηφορίζουν τα πεύκα και οι αμπελώνες. Έπρεπε συνεπώς να συνεγείρει όλους μας στην προστασία του. Η ανθρωπογενής ωστόσο βαρβαρότητα, που φθάνει από τη στεριά ή τα καράβια, κάνει κι εδώ αισθητή την παρουσία της. Το θαύμα του Αιγαίου και το Ιόνιο πέλαγος, οι απέραντες ελληνικές ακτές και τα συμπλέγματα των νησιών βρίσκονται σε πολλαπλή ομηρεία. Απειλούνται από τα πετρέλαια και τους ρύπους των πλοίων, τη δυναμίτιδα και τις παράνομες τράτες, τα σκουπίδια στις ακτές και στις ψυχές μας. Στον βυθό των θαλασσών διακρίνονται μπουκάλια και πλαστικά, που χρειάζονται δεκαετίες για να αποδομηθούν· ενώ μια θολή αίσθηση δεσπόζει εκεί που κάποτε έλαμπε το διάφανο νερό και τα μαγικά του χρώματα. Με έναν συμβολικό τρόπο, ο βυθός των ελληνικών θαλασσών απεικονίζει την ίδια την ελληνική πραγματικότητα.

Υπαινιγμός έκτος: Η ανθρώπινη διάσταση της οικολογίας

Η ποιότητα του περιβάλλοντος εκφράζεται συνήθως με μετρήσιμα μεγέθη: τη ρύπανση του εδάφους και των θαλασσών, το ποσοστό διοξειδίου του άνθρακος στην ατμόσφαιρα, τα στρέμματα του δάσους που καίγονται. Η περιβαλλοντική όμως κρίση είναι, σε πρωτογενές επίπεδο, κρίση του σύγχρονου πολιτισμού και των αξιών του. Αυτό που χρειάζεται, συνεπώς, είναι να αμφισβητηθεί η ίδια η έννοια της προόδου και η μονομέρεια της πρακτικής της. Διότι η πρόοδος, μέχρι τώρα, σχεδόν ταυτίζεται με τα καταναλωτικά αγαθά και τη βελτίωση των οικονομικών παραμέτρων. Ελάχιστα αναφέρεται σε ποιοτικές παραμέτρους, στην αρμονική ισορροπία του ανθρώπου με το περιβάλλον του, στην ανάγκη του να υπάρξει με τη φύση και τους άλλους.

Η ανθρώπινη διάσταση της οικολογίας την ανυψώνει, λοιπόν, πέρα από τη λογική των αριθμών και της προσδίδει έναν χαρακτήρα βαθύτερο. Η μέτρηση των παραμέτρων που δείχνουν την αλλοίωση στη φύση και στις θάλασσές μας αντικατοπτρίζει επίσης την αλλοίωση της ψυχής αλλά και τις επίπλαστες ανάγκες μας.

Υπαινιγμός έβδομος: Η πυραμίδα των ευθυνών και η ανατροπή της

Οι ευθύνες για την περιβαλλοντική υποβάθμιση της χώρας απεικονίζονται με ενάργεια στο σχήμα μιας πυραμίδας. Η πυραμίδα αυτή μπορεί, ανάλογα με την περίπτωση, να αλλάζει λίγο στις γωνίες ή να προεκτείνει τη βάση της. Παραμένει όμως πάντοτε μια πυραμίδα.

Στην κορυφή της βρίσκεται η πολιτική εξουσία. Διότι η κυβέρνηση και ο εκάστοτε πρωθυπουργός δίδουν τον τόνο, αυτοί νομοθετούν ή ανέχονται τον κατήφορο. Είναι μάλιστα αξιοσημείωτο ότι, ενώ η χώρα μας είχε αλλού αναμφισβήτητα επιτεύγματα που ανακλούσαν και στην πολιτική της ηγεσία, δεν έχει καταγραφεί ένας πρόεδρος της κυβερνήσεως, ένας έστω ισχυρός υπουργός, που να άφησε το στίγμα του στην προστασία του περιβάλλοντος.

Στο αμέσως επόμενο επίπεδο των ευθυνών συνωστίζονται οι κήρυκες μιας ψευδεπίγραφης ανάπτυξης: αρμόδιοι που ανήκουν στην εκάστοτε κομματική «αυλή», συμφέροντα μεγάλα και μικρότερα, επιχειρηματίες και δήθεν επενδυτές. Την πυραμίδα συμπληρώνουν οι μηχανισμοί ελέγχου: οι υπεύθυνοι της πολεοδομίας και η αστυνομία, κάποια ποικιλώνυμα συμβούλια και οι δικαστικές αρχές. Στη βάση, τέλος, της πυραμίδας είμαστε όλοι εμείς, παθητικοί αποδέκτες ενός νέου τραύματος στον τόπο μας, αδιάφοροι και ατομιστές, ωφελούμενοι ίσως, συμμέτοχοι κάποτε.

Στη βάση όμως της πυραμίδας υπάρχουν και οι άλλοι, οι θαυμάσιοι άλλοι. Είναι όσοι με επιμονή και αγάπη –που λείπει από τη δική μας οπτική– υπερασπίζονται το περιβάλλον. Έτσι, δίδουν συχνά άνισες μάχες για να κατακτήσουν μια σπιθαμή μνήμης, ένα μέτρο αξιοπρέπειας του τόπου μας. Όπως και οι άγγελοι, εμφανίζονται παντού, και δύσκολα προφέρεις τα ονόματά τους: περιβαλλοντικές οργανώσεις και σωματεία πολιτιστικά, πολίτες μοναχικοί και εκπρόσωποι περιοχών που αλώνονται, διανοούμενοι αλλά και δημόσιοι λειτουργοί, απλοί άνθρωποι αλλά και ονόματα με κύρος. Όποια και αν είναι όμως η ταυτότητά τους, το γεγονός είναι ότι οι άγγελοι αυτοί πληθύνονται. Υπάρχει λοιπόν μια μικρή ελπίδα ότι ίσως κυριαρχήσουν κάποτε στη βάση της πυραμίδας. Τότε –υπάρχει πάλι μια μικρή ελπίδα– θα επιδιώξουν την ανατροπή της, και θα επιβάλουν στην κορυφή μεγαλύτερο σεβασμό και φρόνηση.

   

european parlament to potami

topTOP

×

Αυτή η σελίδα χρησιμοποιεί cookies για να διαχειριστεί τα στοιχεία χρήσης, στατιστικά πλοήγησης και άλλες λειτουργίες. Επισκεπτόμενοι τη σελίδα μας συμφωνείτε οτι μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε cookies.